15 Αυγούστου 2024

Όσιος Ιωσήφ ο ησυχαστής: "Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἄνθρώπου καθαρισθῇ καί φωτισθῇ..".

"Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἄνθρώπου καθαρισθῇ καί φωτισθῇ.."
Κάποτε, ἐνῷ ἦταν κλεισμένος μέσα στό κελλάκι του ο Όσιος Ιωσήφ ο ησυχαστής κι᾿ ἔκανε προσευχή, χτυπάει ἡ πόρτα, (εἶχε ἔρθει ὁ πατήρ Ἀθανάσιος, ἀλλά δέν τό ἤξερε ὁ Γέροντας πώς θά ἐρχόταν).
Ἄνοιξε, πάτερ Ἀθανάσιε, τοῦ εἶπε.
Πῶς ἤξερες, Γέροντα ὅτι θά ἐρχόμουν;
Καί ἀπαντᾶ ὁ Γέροντας:
Καλά, δέν ἐρχόσουν ἀπό ἐκεῖνο τόν δρόμο καί πέρασες ἀπό τήν σπηλιά πού εἶνια ἡ Παναγία, ἄναψες τό καντηλάκι, κάθισες λίγο καί ξεκουράστηκες, κι᾿ ἀπό ᾿κεῖ τώρα ἦρθες ἐδῶ;
Ναί.
Σέ παρακολουθῶ ἀπό ποῦ ἔρχεσαι.
Ὁ πατήρ Ἰωσήφ ὁ νεώτερος, πλησίασε τότε τόν Γέροντα ζητώντας νά μάθῃ τόν τρόπο πού τό πληροφορήθηκε αὐτό καί τοῦ εἶπε τά ἑξῆς:
«Εἶναι καλύτερα νά σοῦ εὐχηθῶ νά τό αἰσθανθῇς μᾶλλον, παρά νά μάθῃς τό πῶς γίνεται σάν ξερή γνῶσι ὅμως, ἀφοῦ ἐπιμένεις, ἄκουσε:
Καθόμουν ἐδῶ στό παράθυρο μου γονατιστός, στά κουρέλια μου, κι᾿ ἔλεγα τήν εὐχή. 
Σέ μιά στιγμή, ὅπως κρατοῦσα τόν νοῦ μου στήν ἐνέργεια τῆς, αὐξήθηκε περισσότερο τό Φῶς καί ὁ νοῦς μου ἄρχισε νά πλατύνεται καί νά περισσεύῃ τόσο, πού ὅλα ἔγιναν φωτεινά πλέον καί ἔβλεπα ὅλη τήν πλευρά τοῦ τόπου μας. Ἀπό τά Κατουνάκια ὥς τά μοναστήρια κάτω…μέχρι τήν Δάφνη! καθώς καί πίσω μου καί τίποτα δέν μοῦ ἦταν ἀφανές ἤ ἄγνωστο. Τό δέ Φῶς ἐκεῖνο δέν ἦταν ὅπως τό φυσικό πού δίνει ὁ ἥλιος ἤ τό τεχνητό πού κάνουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά ἦταν Φῶς ἐξαίσιο, λευκό, ἄϋλο, πού δέν εἶναι μόνον ἀπ᾿ ἔξω, καθώς τοῦτο τό φυσικό, πού ἐπιτρέπει στούς ἔχοντας ὅρασι νά βλέπουν ἐξωτερικά. 
Τό Φῶς ἐκεῖνο εἶναι καί μέσα στόν ἄνθρωπο καί τό αἰσθάνεται σάν δική του πνοή καί τόν γεμίζει σάν τροφή καί ἀναπνοή καί τόν ἐλαφρύνει ἀπό τό φυσικό του βάρος καί τόν μεταμορφώνει ἔτσι, ὥστε νά μήν ξέρῃ, ἄν ἔχῃ σῶμα καί βάρος ἤ περιορισμό τινά.
Τότε, εἶδα καί τόν Ἀθανάσιο νά ἔρχεται πρός ἐμᾶς ἀπό τήν στράτα τοῦ Ἁγίου Παύλου φορτωμένος μέ τόν μεγάλο ντορβᾶ του καί ἔμεινα νά τόν παρακολουθῶ, ἕως ὅτου ἦρθε μέχρις ἐδῶ. Τόν ἔβλεπα σ᾿ ὅλες του τίς κινήσεις, πού καθόταν νά ξεκουραστῇ ἤ ἀκουμποῦσε τό φορτίο του, στή πηγή τῆς Ἁγίας Ἄννας, στό μῦλο, ὅπου σταμάτησε καί ἤπε νερό, καί μέχρι πού ἔφτασε στήν πόρτα μας καί πῆρε τό κλειδί καί ἄνοιξε καί μπῆκε μέσα καί ἦθρε μπροστά μου καί ἔβαλε μετάνοια. Ἀλλά τί εἶναι αὐτό καί σᾶς ἔκανε τόση κατάπληξι;
Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἄνθρώπου καθαρισθῇ καί φωτισθῇ, ἐκτός τοῦ ὅτι ἔχει τόν δικό του φωτισμό, χωρίς τήν προσθήκη τῆς θείας Χάριτος, βλέπει καί πέραν τῶν δαιμόνων, καθώς λέγουν οἱ Πατέρες, τότε δέχεται ἐπιπροσθέτως καί τόν φωτισμό τῆς θείας Χάριτος, ὥστε αὐτή νά μπορῇ νά μένῃ μόνιμα σ᾿ αὐτόν καί τότε τόν ἁρπάζει σέ θεωρίες καί ὁράσεις, ὅπως καί ὅσο γνωρίζει αὐτή.
Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής

13 Αυγούστου 2024

+ Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα:" Ότι λέει και ζητάει η Παναγία από το Χριστό, γίνεται!".

«Ό,τι λέει και ζητάει η Παναγία από το Χριστό, γίνεται! Ποτέ δεν αστόχησε η Παναγία, να ζήτησε δηλ. κάτι και να μην έγινε. Πάντα γίνεται! Και αυτό γιατί η Παναγία πριν ζητήσει κάτι, το δουλεύει καλά το θέμα, θα το σκεφτεί πολύ καλά πριν το ζητήσει από τον Υιό Της και Θεό Της, αρκεί εμείς να Την αναπαύσουμε, σε αυτό που θέλει να δει μέσα μας στο νου και στη καρδιά μας». 


+Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα

12 Αυγούστου 2024

π. Νικόλαος Λουδοβίκος: " Ε, μας λέει, μια μικρή φωτιά είναι, μ’ έναν κουβά νερό σβήνει".

 Όταν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος στον Κόλπο, είχαμε φοβηθεί πολύ μη γίνει παγκόσμιος πόλεμος.
Βρέθηκα τότε στον άγιο Παΐσιο, τον επισκεφτήκαμε νωρίς εκείνο το πρωινό και ήταν ανήσυχος και έντονα πονεμένος.
Τι συνέβη γέροντα, τον ρωτήσαμε.
Άρχισε ο πόλεμος, μας είπε, το ήξερε ήδη πνευματικώ τω τρόπω.
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε στο Άγιον Όρος τρόπος να το μάθεις τόσο γρήγορα. 
Τον ρωτήσαμε λοιπόν τι θα γίνει.
Ε, μας λέει, μια μικρή φωτιά είναι, μ’ έναν κουβά νερό σβήνει.
Τι παρρησία! Όλη η ανθρωπότητα αγωνιούσε, κι ο άγιος γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν κάτι. 
Γιατί είχε ήδη κάνει την προσευχή στον Θεό, την δική του προσευχή που ήξερε αυτός να κάνει, και είχε λάβει ήδη την απάντηση από τον Θεό. 
Αυτοί οι άνθρωποι είχαν λάβει το μεγαλείο να συγκυβερνούν μετά του Θεού τον κόσμο.
Αυτή η φράση είναι του αγίου Βαρσανουφίου, ο οποίος έμεινε έγκλειστος 40 χρόνια. 
Κι όταν τον ρώτησαν μετά από 40 χρόνια, τι κάνεις πάτερ, ζεις;
-Ζω.
-Και τι κάνεις;
-Συγκυβερνώ μετά του Θεού τον κόσμο.
Τέτοια μεγάλη παρρησία αξιώνονται μερικοί άνθρωποι. 
Ναι, αλλά αυτή η παρρησία δεν έχει αποκλειστεί από εμάς. Είναι βέβαιο γεγονός το ότι έχει αποκλειστεί, αλλά εμείς το αποκλείσαμε. 
Αυτό ακριβώς μας λέει και ο απόστολος Παύλος. Έχουμε έναν μικρό και ασήμαντο Θεό γιατί είμαστε μικροί και ασήμαντοι κι εμείς. 
Εάν όμως βλέπαμε τον Θεό του Πορφυρίου, του Παϊσίου, θα λέγαμε τι Θεός είναι αυτός! Αυτός ο Θεός είναι μέγας! 
Αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός σκηνώνει πάνω σε ανθρώπινες προαιρέσεις, εκεί κατοικεί, άλλον τόπο δεν έχει να κατοικήσει.
π. Νικόλαος Λουδοβίκος

11 Αυγούστου 2024

Ιερομόναχος Αναστάσιος: " Όταν κοιτάζω την Παναγία, θυμάμαι τη μάνα μου!",

 
Περάσαμε από ένα κελί έξω από τις Καρυές το κελί του παπά Γρηγόρη.
Αυτός ήρθε πολύ μικρός στο Άγιο Όρος, περίπου δέκα-δώδεκα ετών, και έγινε μοναχός.
Όταν πήγαμε εμείς ήταν γύρω στα ογδόντα πέντε με ενενήντα, και δεν είχε βγει ποτέ έξω από το Άγιον Όρος.
-Γέροντα θυμάστε τις γυναίκες;
-Ναι τις θυμάμαι.
Και δεν μας φτάνει αυτό το όμορφο ναι ,που ήταν αφοπλιστικό, ξαναρωτάμε:
-Πως είναι οι γυναίκες γέροντα;
Και περιμένουμε να μας περιγράψει πως είναι μια γυναίκα.
Κλείνει τα μάτια του σοβαρεύει εκείνη την ώρα και λέει:
-Όταν κοιτάζω την Παναγία, θυμάμαι τη μάνα μου.
Και όλες οι γυναίκες του κόσμου για τον παπά Γρηγόρη ήταν σαν την Παναγία και σαν τη μάνα του.
Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό να αρχίσεις να μπερδεύεις τους Αγίους με τους ανθρώπους, 
και βλέπεις μέσα στο ναό 
οι άγιοι είναι από ένα σημείο και μετά, 
από ένα σημείο και κάτω που είναι τα στασίδια είμαστε εμείς, 
κι αυτός είναι ένας κύκλος , 
στην κορυφή ο Παντοκράτορας και συνεχίζει και φτάνει μέχρι κάτω εκεί που είμαστε εμείς.
Τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει 
και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί...
Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορέσουμε να το νιώσουμε έστω και κάποια στιγμή.
Κάποια στιγμή..
Ιερομόναχος Αναστάσιος (Κελίου Τιμίου Προδρόμου- Διονυσίου του εκ Φουρνά)

+Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης: " Τα μήλα της Θεοτόκου!".

 
Τα μήλα της Θεοτόκου!
«Μια φορά – διηγείται ο παππούς – ανεβαίνοντας κατά τον χειμώνα το χιονισμένο μονοπάτι, όταν κοντέψαμε στην Παναγία, είτε από δαιμονικήν ενέργειαν, είτε για να μας δοκιμάσει η Παναγία μας, έπιασε μια τόσο πυκνή ομίχλη, ώστε δεν βλέπαμε ούτε βήμα μπροστά μας.
Μου λέει ο Γέροντας : “π. Αρσένιε, εδώ πάνω οι τόποι είναι επικίνδυνοι. Μπορεί να πέσουμε σε κανέναν γκρεμό. Καλύτερα ας διανυκτερεύσουμεν εδώ και το ίδιον είναι”.
Tί να σας πω, βγάλαμε τόσο ωραίαν αγρυπνίαν, που δεν θα την ξεχάσω ! Το πρωί, μόλις έφεξε, τί να δούμε ; Ήμασταν έξω από την Παναγίαν. Ήταν κι αυτό δώρο της Παναγίας μας.
Ναι, αλλά μιάν άλλη φορά που ανεβήκαμε βράδυ εξαντλημένοι, παϊλντισμένοι, τί οικονόμησε η καλή Μητέρα μας ; Μπαίνοντας μέσα στον ναόν, μοσχοβολούσε η εκκλησία από δύο ολόφρεσκα μήλα, κολλημένα μπροστά από την εικόνα της.
Ο Γέροντας πιο τολμηρός μου λέει : “π. Αρσένιε, αυτά τα μήλα θα τα φάμε. και θα τραβήξουμε κομποσχοίνι σ΄ αυτόν που τα αφιέρωσε. Για μας τ΄ άφησε, επειδή έχουμε ανάγκη”.
Μόλις όμως τα φάγαμε – και ήταν τόσο γλυκά, ώστε λέγαμε ότι είναι σαν παραδεισένια – τότε άνοιξε ο νους μας και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον. “Tί καιρός είναι τώρα π. Αρσένιε ;” Ήταν περίπου τέλη Φεβρουαρίου. “Πού βρεθήκαν τέτοια εποχή τόσο φρέσκα μήλα ;”
Αμέσως τότε πέσαμε με δάκρυα μπροστά στην εικόνα κι ευχαριστούσαμε, για το ουράνιο αυτό δώρο, την Παναγία μας, που μας εφρόντιζε σαν σπλαχνική μανούλα. Την εποχήν εκείνην ούτε ψυγεία υπήρχαν. Γι΄ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ήταν δώρο της Παναγίας μας».
(Μακαριστός Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης)
ΙΩΣΗΦ Μ.Δ., Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1886 – 1983),
ΣΥΝΑΣΚΗΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ


09 Αυγούστου 2024

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος: " Η αλήθεια για σένα ποια είναι;".

Η αλήθεια για σένα ποια είναι;
Ήρθε κάποιος χριστιανός, επαναλαμβάνω πριν από τέσσερα χρόνια, πέντε, δεν θυμούμαι, μου είπε το όνομά του, και ήλθε σε μένα επειδή είχε πεθάνει ο πνευματικός του, – γνωστός, από το Λοιμωδών, – και αμέσως μετά μου είπε: «Εγώ πάτερ μου, για να ξέρεις είμαι πολύ καλός χριστιανός, είμαι και ταπεινός, είμαι και δίκαιος», και τον ρώτησα από πού αυτό το συμπέρασμα.
Και μου απαντάει: «Έχω πολύτεκνη οικογένεια, είμαι τμηματάρχης στη Άλφα Δημόσια Υπηρεσία, πηγαίνω κάθε Κυριακή και γιορτή στην Εκκλησία, κάνω την προσευχή μου πρωί και βράδυ, δίνω πολλές ελεημοσύνες, και μάλιστα φτάνω μέχρι και την εντολή που δίνει ο Θεός, να δίνουμε μέχρι και το δέκατο από το μισθό μας, επισκέπτομαι τους αρρώστους στα νοσοκομεία, κατάκοιτους στα σπίτια, νηστεύω Τετάρτες και Παρασκευές και όλες τις Σαρακοστές, εξομολογούμαι τακτικά, κοινωνώ επίσης …»...
Όλα αυτά μου θύμισαν αμέσως τον Φαρισαίο, διότι τίποτε περισσότερο από το Φαρισαίο δεν είπε, όχι ο Φαρισαίος όλα τα έκαμεν,«Διαβάζω την Καινή Διαθήκη», κι ο Φαρισαίος ήξερε τον Νόμον του Θεού,«Και μάλιστα πολύ καλά, και πολλά όλα ωραία βιβλία, όπου κι αν πάω, όπου κι αν σταθώ, μιλάω για τον Αντίχριστο, για το φοβερό ΕΚΑΜ, για το εξακόσια εξήντα έξι, και καυτηριάζω το κακό, κάνω αυστηρές παρατηρήσεις στο όνομα του δικαίου, και καυτηριάζω το κακό, και του Ευαγγελίου, σε όλους, στη γυναίκα μου, στα παιδιά μου, στους συγγενείς μου, στους υφισταμένους μου, στους γειτόνους μου, στους εργάτες μου, στους συγκάτοικούς μου, σ’ αυτούς που είναι στο δρόμο, παντού, σε όλους, σε όλους, …» δεν τον άφησα να, συνεχίσει βέβαια, διότι είχα καταλάβει αρκετά, και κείνη τη στιγμή, με φώτισε ο Θεός, αν και είμαι αμαρτωλός, όντως αμαρτωλός είμαι, αμαρτωλός και άθλιος και του είπα τα εξής:
«Αν θέλεις να μάθεις συ ο ίδιος, πόσο καλός άνθρωπος είσαι, και τι είδους χριστιανός είσαι, και αν αυτό που νομίζεις ότι είσαι, αρέσει στο Θεό, θα πας αμέσως τώρα μόλις φύγεις από δω, στη γυναίκα σου, και στα παιδιά σου, και αύριο μεθαύριο στους συγκατοίκους της πολυκατοικίας, στους συγγενείς, στους συναδέλφους και λοιπά, και θα τους ρωτήσεις να σου πουν με απόλυτη ειλικρίνεια, τι γνώμη έχουν για σένα. Και μάλιστα τι μουρμουρίζουν πίσω από την πλάτη σου, και τι γνώμη έχουν για τον Χριστιανισμό που εσύ αντιπροσωπεύεις. 
Αυτός είναι ο κανόνας που σου βάζω. Και θα ’ρθείς ύστερα από μερικές μέρες να μου απαντήσεις. Μέχρι τότε δεν έχει Θεία Κοινωνία. 
Και μόνον την αλήθεια, και όσοι διστάζουν να σου την γράψουν ανώνυμα, να την τυπώσουν στην γραφομηχανή, και στα κομπιούτερς που υπήρχαν τότε, και να στα παραδώσουν μέσε σε κλειστά φάκελλα για να ξέρεις. Και όταν βέβαια θα ακούσεις και θα διαβάσεις τις γνώμες των συνανθρώπων σου, να σταθείς, να πάς στην Εκκλησία και να σταθείς μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και να Τον ρωτήσεις, ύστερα από όσα μου είπαν, και από όσα διάβασα, αν πεθάνω σήμερα Χριστέ μου, κληρονομώ την Βασιλεία Σου;».
Βέβαια, έφυγε θιγμένος, θυμωμένος, στεναχωρημένος και προβληματισμένος. Γύρισε όμως ύστερα από τρεις εβδομάδες. Έπεσε στα γόνατα και ομολόγησε φωνάζοντας:
«Πάτερ μου είμαι αμαρτωλός, είμαι εγωιστής, μού ’παν ότι είμαι σκληρόκαρδος, θυμώδης, καβγατζής, γκρινιάρης, άδικος, κουτσομπόλης, υπερήφανος, καινοδοξής, λαίμαργος, φιλάργυρος, άπιστος, άθεος, και όλοι μηδενός εξαιρουμένου μου είπαν ότι είμαι υποκριτής, υποκριτής. Και αν πεθάνω σήμερα, δεν έχω κανένα ίχνος μετανοίας, διότι έρχεται η εβδομάδα της Κυριακής των Απόκρεω, και ξέρω ότι εκείνη την Κυριακή διαβάζεται το Ευαγγέλιον της Κρίσεως. Αν πεθάνω που θα πάω;».
Δυστυχώς αδελφοί μου οι πιο πολλοί από μας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο του μοιάζουν. Πιστεύουμε ότι είμαστε καλοί άνθρωποι και καλοί χριστιανοί αλλά κάνουμε μεγάλο λάθος. Η πορεία μας στη ζωή μας, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα στην οικογένειά μας, και στον εργασιακό χώρο και στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι απορία που ικανοποιεί τα πάθη, και δεν είναι πορεία για την κάθαρση, για τον αγιασμό, για την θέωση, για τη σωτηρία.
Όσο μας ξέρει ο σύντροφος της ζωής μας, δεν μας ξέρει κανένας άλλος. Και καμιά φορά όσο μας ξέρουν τα παιδιά μας, και όσο μας ξέρουν συνεργάτες, υφιστάμενοι και προϊστάμενοι, και τόσοι άλλοι, που γνωρίζουν και βλέπουν τα στραβά μας και τα λάθη μας και τις κακίες μας, τόσο καλά ώστε να ’μαστε εμείς τυφλοί και να μη τις βλέπουμε. Μόνον βέβαια ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από όλους, ποιοι είμεθα στο βάθος του είναι μας, διότι Αυτός βλέπει μέσα στις καρδιές μας.
Μέσα μας βλέπει ο Θεός, δε βλέπει από έξω. Και δυστυχώς αν κρατήσουμε αυτήν την στάση, θα ακούσομε αυτό που είπε ο Κύριος: «Υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».
Γι’ αυτό και χρειάζεται η καθημερινή ΜΕΤΑΝΟΙΑ και η αλλαγή της ζωής μας, να μάθουμε από τώρα να ζούμε την αιώνια ζωή, ή μάλλον την ίδια ζωή που έζησε ο Χριστός πάνω στη γη.
Του π. Στέφανου Αναγνωστόπουλου

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: " Τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία!".

 
Τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία!
Για μας τους Χριστιανούς, τους φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία εφόσον αποτελούν μέσον και οδό προς την αιωνιότητα.
Επειδή εμείς βλέπουμε εκείνο που δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αόρατο, ρυθμίζουμε όλη μας τη ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο που είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βάση το Θεανθρώπινο... Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο μέσα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό.
Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο βασίλειο του ατελεύτητου και αόρατου. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκείνος είναι ο αιώνιος Θεός και Κύριος.
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς


Και σε τρείς ημέρες δέχεται ο Θεός τον μετανοούντα.

  Κάποιοι αδελφοί ρώτησαν τον αββά Σισώη:" Αν πέσει ένας αδελφός σε αμαρτία, δεν χρειάζεται να μετανοήσει ένα χρόνο;". Και ο αββάς...